στακχουσία


στακχουσία
η, Ν
βοτ.
γένος δικοτυλήδονων ποωδών φυτών τής Αυστραλίας.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. stackhousia από το όνομα τού J. Stackhouse, Άγγλου βοτανολόγου].

Dictionary of Greek. 2013.


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.